επιθυμία


επιθυμία
ἡ επιθυμία вожделение; страстное желание

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "επιθυμία" в других словарях:

  • επιθυμία, η — και (ε)πιθυμιά, η και (ε)πιθύμια, η και αποθυμιά, η η τάση της ψυχής για κάτι (για απόκτηση δηλ. ή απόλαυση αντικειμένου), πόθος, όρεξη …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • επιθυμία — και επιθύμια και επιθυμιά και αποθυμιά, η (AM ἐπιθυμία, Μ και ἐπιθύμια και ἐπιθυμιά και ἀποθυμιά) [επιθυμώ] 1. πόθος, λαχτάρα («με επιθυμία να τηράζεις δύο μεγάλα σε θωρώ», Σολωμός) 2. ερωτική, σαρκική επιθυμία, πόθος, ηδονή μσν. 1. ανυπομονησία …   Dictionary of Greek

  • ἐπιθυμία — ἐπιθῡμίᾱ , ἐπιθυμία desire fem nom/voc/acc dual ἐπιθῡμίᾱ , ἐπιθυμία desire fem nom/voc sg (attic doric aeolic) ἐπιθυμίᾱ , ἐπιθυμιάω offer incense pres imperat act 2nd sg ἐπιθῡμίᾱ , ἐπιθυμιάω offer incense pres imperat act 2nd sg ἐπιθυμίᾱ …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιθυμίᾳ — ἐπιθῡμίαι , ἐπιθυμία desire fem nom/voc pl ἐπιθῡμίᾱͅ , ἐπιθυμία desire fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιθυμιᾷ — ἐπιθυμιάω offer incense pres subj mp 2nd sg ἐπιθυμιάω offer incense pres ind mp 2nd sg (epic) ἐπιθυμιάω offer incense pres subj act 3rd sg ἐπιθυμιάω offer incense pres ind act 3rd sg (epic) ἐπιθῡμιᾷ , ἐπιθυμιάω offer incense pres subj mp 2nd sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἡ ἐπιθυμία τοῦ σίτου ὄψον. — ἡ ἐπιθυμία τοῦ σίτου ὄψον. См. Голод лучший повар …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • ἐπιθυμιάσας — ἐπιθυμιά̱σᾱς , ἐπιθυμιάω offer incense pres part act fem acc pl (doric) ἐπιθυμιά̱σᾱς , ἐπιθυμιάω offer incense pres part act fem gen sg (doric) ἐπιθῡμιά̱σᾱς , ἐπιθυμιάω offer incense pres part act fem acc pl (doric) ἐπιθῡμιά̱σᾱς , ἐπιθυμιάω …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιθυμιαθείς — ἐπιθυμιᾱθείς , ἐπιθυμιάω offer incense aor part pass masc nom/voc sg (attic doric) ἐπιθῡμιᾱθείς , ἐπιθυμιάω offer incense aor part pass masc nom/voc sg (attic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιθυμιάσαντες — ἐπιθυμιά̱σαντες , ἐπιθυμιάω offer incense aor part act masc nom/voc pl (attic doric) ἐπιθῡμιά̱σαντες , ἐπιθυμιάω offer incense aor part act masc nom/voc pl (attic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιθυμιάσασα — ἐπιθυμιά̱σᾱσα , ἐπιθυμιάω offer incense aor part act fem nom/voc sg (attic epic doric ionic) ἐπιθῡμιά̱σᾱσα , ἐπιθυμιάω offer incense aor part act fem nom/voc sg (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιθυμιάσασαι — ἐπιθυμιά̱σᾱσαι , ἐπιθυμιάω offer incense aor part act fem nom/voc pl (attic epic doric ionic) ἐπιθῡμιά̱σᾱσαι , ἐπιθυμιάω offer incense aor part act fem nom/voc pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)